Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επίδραση τραυματικών γεγονότων στα παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επίδραση τραυματικών γεγονότων στα παιδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30.10.11

Η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των νέων

Γράφει ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΟΛΑΪΤΗΣ, επίκ. καθηγητής Παιδοψυχιατρικής, διευθυντής Παιδοψυχιατρικής Κλινικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεν. Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Email: gkolaitis@med.uoa.gr

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (2005), 9,5-22% των παιδιών και των εφήβων παρουσιάζουν διαταραχές και προβλήματα συναισθήματος, συμπεριφοράς, ανάπτυξης, με σημαντικές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. 50% των ψυχικών διαταραχών στους ανθρώπους ξεκινούν πριν από την ηλικία των 14 ετών και συχνά υποτροπιάζουν ή χρονίζουν. Η πλειονότητα των παιδιών και των εφήβων με σημαντικές ανάγκες ψυχικής υγείας δεν φτάνουν στις υπηρεσίες, ακόμα και σήμερα.
Τα προβλήματα ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων συχνά συνοδεύονται από ψυχικό, κοινωνικό και οικονομικό βάρος. Επίσης, συχνά συνοδεύονται από σημαντικές δυσκολίες στις σχέσεις με συνομηλίκους, στις σχολικές επιδόσεις, καθώς και στην ενήλικη ζωή, με δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις και αυξημένα ποσοστά εμπλοκής με το νόμο και τις υπηρεσίες ΨΥΠΕ και πρόνοιας. Η ανάγκη για δράση επιβάλλεται επιπλέον και από την εφαρμογή στην πράξη της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Παρά ταύτα, η επένδυση στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων είναι μικρότερη αυτής στην ψυχική υγεία ενηλίκων και αυτής στη γενική υγεία.

Διαταραχές διαγωγής

Είναι γνωστό το παράδειγμα των διαταραχών διαγωγής, των οποίων έχει μετρηθεί η οικονομική επιβάρυνση που προκαλούν. Η αγγλική αυτή μελέτη συνέκρινε παιδιά χωρίς προβλήματα, παιδιά με προβλήματα διαγωγής και παιδιά με διαταραχή διαγωγής (επιθετικότητα, κλοπές, ψέματα, σκασιαρχείο, φυγές, βανδαλισμοί, κ.λπ.). Γνωρίζουμε δε πως τουλάχιστον 30% των παιδιών της τελευταίας κατηγορίας εξελίσσονται σε ενήλικες με αντικοινωνικότητα (με ακραία εκδήλωση την εγκληματικότητα). Η μελέτη αξιολόγησε το κόστος από την ηλικία των 10 έως την ηλικία των 28 ετών σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, εκπαίδευσης, πρόνοιας, δικαστικές, κ.λπ. Το αποτέλεσμα; Η 1η ομάδα παιδιών κόστισε στο κράτος περίπου 12.500 ―, η 2η σχεδόν 50.000 ― και η 3η 125.000 ― (τιμές 2002)...

Σύμφωνα με μελέτη, σε εξέλιξη της Πανεπιστημιακής Παιδοψυχιατρικής Κλινικής, σχεδόν 3 στις 4 οικογένειες παιδιών με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού ξοδεύουν περισσότερα από 800 ― μηνιαίως για την αντιμετώπιση μόνο του προβλήματος του παιδιού τους, ενώ λιγότερο από τα μισά καλύπτονται από ασφαλιστικά ταμεία. Οι μισές μητέρες φαίνεται να έχουν σημαντικό σωματικό πρόβλημα ή πρόβλημα ψυχικής υγείας, κυρίως συμπτώματα κατάθλιψης. Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς πώς θα μπορέσουν οι συγκεκριμένες οικογένειες να ανταποκριθούν με επάρκεια στις ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις σε συνθήκες οικονομικής κρίσης.

Οι επιπτώσεις ψυχοκοινωνικών αντιξοοτήτων, όπως π.χ. η φτώχεια στα παιδιά, μπορεί να είναι έμμεσες και άμεσες. Πιο συγκεκριμένα, η φτώχεια μπορεί να οδηγήσει σε σκληρή και τιμωρητική στάση των γονέων (άμεση επίδραση) και τελικά σε αντικοινωνική συμπεριφορά (έμμεση επίδραση). Διάφορες μελέτες δείχνουν τη συσχέτιση φτώχειας με προβλήματα ψυχικής υγείας στα παιδιά μέσω διάφορων μηχανισμών.

Πειραματικές μελέτες στη συμπεριφορά αναζήτησης τροφής σε σκιουροπιθήκους (squirrel monkeys) έχουν δείξει ότι όταν τα θηλυκά αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην ανεύρεση τροφής γίνονταν πιο αδρανή και είχαν ανεβασμένες τιμές κορτιζόλης για μεγάλα διαστήματα (απ' όταν η τροφή ήταν πιο εύκολα διαθέσιμη). Επιπλέον, η άσκηση του γονικού ρόλου γινόταν λιγότερη καλή (οι μητέρες είχαν μικρότερη επαφή με τα μικρά τους, ενώ εκείνα απαιτούσαν μεγαλύτερη). Αν και δεν εξομοιώνεται η έλλειψη τροφής στους πιθήκους με τη φτώχεια στους ανθρώπους, υπάρχουν κοινά στοιχεία στην εμπειρία μη πρόσβασης στα βασικά, που υποστηρίζουν την ύπαρξη της επίδρασης στα φυσιολογικά συστήματα σε ζώα και ανθρώπους. Η έκθεση, λοιπόν, μητέρων σε έλλειψη τροφής είχε αρνητική επίδραση στο δικό τους στρες, καθώς και στη γονική συμπεριφορά τους.

Το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο μπορεί να οδηγήσει σε χειρότερη ψυχική υγεία, ενώ η κακή ψυχική υγεία μειώνει την ικανότητα του ατόμου να βελτιώσει ή να αποκτήσει υψηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Σε πρόσφατη (2007) μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας σε 7 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η χώρα μας, βρέθηκε ότι το υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο των γονέων και το υψηλότερο επίπεδο της οικογένειας σχετιζόταν με πιο θετικές αντιλήψεις και συναισθήματα στα παιδιά και καλύτερη ψυχική υγεία.

Νεότερες κυρίως απόψεις τονίζουν πως δεν είναι η απόλυτη έλλειψη, αλλά μάλλον οι ανισότητες, που αυξάνουν τα προβλήματα ψυχικής υγείας. Πιο συγκεκριμένα, παιδιά που μεγαλώνουν σε μακροχρόνια φτώχεια παρουσιάζουν συναισθηματικά προβλήματα (π.χ. άγχος, δυστυχία), ενώ εκείνα που ζουν για λίγο σε συνθήκες φτώχειας παρουσιάζουν προβλήματα, όπως υπερκινητικότητα και συγκρούσεις με συνομηλίκους.

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να έχουμε υπόψη πως οι ανισότητες και η κακή ψυχική υγεία σχετίζονται με χειρότερη έκβαση της κατάστασης των παιδιών στην ενήλικη ζωή. Μεταξύ άλλων, η κακή ψυχική υγεία στην παιδική ηλικία συνδέεται με άλλα προβλήματα υγείας στη νεαρή ενήλικη ζωή (π.χ. χρήση ουσιών, βία, μικρότερη εκπαιδευτική πρόοδος, κακή αναπαραγωγική και σεξουαλική ζωή), ενώ υψηλότερα ποσοστά ψυχικών διαταραχών στην ενήλικη ζωή συνδέονται με πολλαπλά μειονεκτήματα στην παιδική ηλικία (π.χ. διαζύγιο γονέων, οικονομική δυσπραγία, ψυχική νόσος γονέα).

Ελλειψη σε δομές

Δυστυχώς, και στη χώρα μας η επένδυση στην ψυχική υγεία των νέων είναι μικρότερη αυτής στην ψυχική υγεία ενηλίκων και αυτής στη γενική υγεία. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την προ έτους αξιολόγηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης «Ψυχαργώς» για την περίοδο 2000-2009.

Η ομάδα Ευρωπαίων αξιολογητών κατέληξε, μεταξύ άλλων, ότι τα ποσοστά επίτευξης είναι αρκετά μικρά για υπηρεσίες και δομές, όπως π.χ. ιατροπαιδαγωγικά κέντρα (30%), ολοκληρωμένα κέντρα για αυτισμό (5,5%), κέντρα ημέρας αυτισμού (48%), ξενώνες για άτομα με αυτισμό (6%), ξενώνες βραχείας παραμονής (14,5%), κ.λπ. Επίσης, ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη σε δομές και υπηρεσίες που αφορούν ειδικές κατηγορίες ασθενών: άτομα στο ευρύτερο φάσμα του αυτισμού, άτομα με νοητική υστέρηση, διατροφικές διαταραχές, κ.λπ.

Η κατανομή των παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών χαρακτηρίζεται από μεγάλη ανισότητα, με τον νομό Αττικής να διαθέτει τις περισσότερες μονάδες και το μεγαλύτερο εύρος υπηρεσιών. Οι υπόλοιποι νομοί υστερούν σημαντικά τόσο σε αριθμό όσο και σε τύπο υπηρεσιών που παρέχουν. Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής: στην Αττική υπάρχουν 13 ιατροπαιδαγωγικά κέντρα, ενώ ο συνολικός αριθμός τους είναι 22.

Η πρόταση της ομάδας αξιολόγησης είναι ότι θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη σαν προτεραιότητα τα υπάρχοντα μεγάλα κενά στις υπηρεσίες. Επίσης, ότι χρειάζονται εξειδικευμένες υπηρεσίες για άτομα με αυτιστικές διαταραχές, νοητική υστέρηση, διατροφικές διαταραχές, κ.λπ.

Δράσεις που θα πρέπει να ενισχυθούν κατά προτεραιότητα είναι οι ακόλουθες: Υποστήριξη γονέων (και κυρίως εκείνων με ψυχικά προβλήματα) στην άσκηση του γονικού ρόλου τους και στην πρόληψη της παραμέλησης και της κακοποίησης. Πρόληψη εκφοβισμού (bullying) και επιθετικότητας. Μείωση κατάθλιψης και αυτοκτονικότητας. Αντιμετώπιση βίας, τραύματος και προστασία δικαιωμάτων παιδιών. Υποστήριξη παιδιών και εφήβων με ψυχικές διαταραχές. Καταπολέμηση στίγματος και διακρίσεων. Προαγωγή ΨΥΠΕ στο σχολείο και συνεργασία μεταξύ σχολείων, οικογενειών και υπηρεσιών για την κοινωνική συμμετοχή των νέων. Ενίσχυση ρόλου γειτονιάς και κοινότητας για συμμετοχή νέων και καλύτερη ψυχική υγεία.

Επιπλέον, θα πρέπει να φροντίσουμε για τη βελτίωση της υπάρχουσας επιστημονικής γνώσης, την έρευνα στην αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών και σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων, τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση των ειδικών, κ.λπ.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ευρωπαϊκού κλάδου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (2011), χρειάζεται να γίνει διατήρηση των συστημάτων ψυχικής υγείας στην οικονομική κρίση με αντιμετώπιση του στίγματος της ψυχικής νόσου, επένδυση στην ψυχική υγεία, συνέχιση των ψυχιατρικών μεταρρυθμίσεων, κ.λπ. Αντίθετα, στη χώρα μας σήμερα 210 δομές του προγράμματος «Ψυχαργώς» φαίνεται να οδηγούνται σε κλείσιμο.

Η ανάγκη για οικονομία σήμερα στη χώρα μας, εντός και εκτός του Εθνικού Συστήματος Υγείας, είναι προφανής. Δεν θα πρέπει, όμως, να αποτελέσει το πράσινο φως για περικοπές στον πολύ ευαίσθητο τομέα της ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, και μάλιστα σε περίοδο που οι απαιτήσεις για τέτοιου είδους υπηρεσίες αυξάνουν και οι υπάρχουσες υπηρεσίες είναι ήδη ανεπαρκείς σε αριθμό (ή και εξειδίκευση), υποστελεχωμένες ή/και με προσωπικό υπό αποχώρηση και συχνά με χαμηλό ηθικό.

Τα παιδιά που εγκαταλείπονται στα παιδιατρικά νοσοκομεία, επειδή οι γονείς τους δεν μπορούν να τα μεγαλώσουν ολοένα και πληθαίνουν και ο κίνδυνος παλινδρόμησης στην Ελλάδα των ιδρυμάτων είναι πλέον ορατός. Ολοένα και συχνότερες είναι επίσης οι περιπτώσεις παιδιών που παραπέμπονται στην Πανεπιστημιακή Παιδοψυχιατρική Κλινική μετά από αυτοκτονία του γονέα τους, ως απόρροια της κρίσης.

Συνέπειες των περικοπών

Η περίοδος της λιτότητας που ζούμε είναι ακριβώς η πιο ακατάλληλη περίοδος για περικοπές στην ψυχική υγεία. Οι συνέπειες των περικοπών σήμερα είναι πολύ πιθανό ότι θα φέρουν πόνο στο μέλλον, αφού η μη θεραπεία των προβλημάτων ψυχικής υγείας των νέων κοστίζει σε πολλούς τομείς περισσότερο από τη θεραπεία τους.

Αντίθετα, αυτή είναι η κατάλληλη περίοδος για επένδυση σε επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και θεραπείας ψυχικών διαταραχών, που μπορεί να έχουν οικονομικό όφελος και σε τομείς εκτός της υγείας.

11.9.11

Η κρίση πλήττει παιδιά, εφήβους

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
Τα παιδιά και οι έφηβοι είναι τα μεγάλα θύματα της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα. Η σταθερά επιδεινούμενη κατάσταση των νοικοκυριών αυξάνει τα κρούσματα βίας, κυρίως στο σχολείο, πολλαπλασιάζει το άγχος των νέων και τους οδηγεί στην κοινωνικοποίηση μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών και Διαδικτύου.

Μέσα στην τελευταία τριετία αυξήθηκαν κατά 80% όσοι δήλωναν την οικονομική τους κατάσταση δύσκολη και πολύ δύσκολη, ενώ έχουμε υποδιπλασιασμό (29% σε 14%) σε όσους δηλώνουν την οικονομική τους κατάσταση άνετη ή και πολύ άνετη. Σήμερα τέσσερις στους πέντε γονείς εξακολουθούν να επιλέγουν το δημόσιο σχολείο. Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει και τις παροχές προς το παιδί, καθώς εφτά στους δέκα γονείς στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα περιέκοψαν παροχές προς αυτό.
Κομπιούτερ
Στην εποχή του Μνημονίου ο υπολογιστής και το Διαδίκτυο έχουν εισέλθει οριστικά και με εξαιρετικά αυξημένα ποσοστά χρόνου ενασχόλησης στη ζωή των παιδιών όλων των ηλικιών, καθώς παρατηρείται υπερδιπλάσια ενασχόλησή τους σε σχέση με το 2008. Εφτά στα δέκα παιδιά έχουν ηλεκτρονικές φιλίες. Αυτό έχει επακόλουθο να κάνει τα παιδιά ευάλωτα σε απειλές και χρήση βίας μέσω υπολογιστή ή κινητού. Οι γονείς εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τις περισσότερο ορατές από αυτές (π.χ. κλοπές, φθορές πραγμάτων και αντικειμένων), ενώ δεν γνωρίζουν τις λανθάνουσες ή περισσότερο προσωπικές μορφές βίας (μέσω Διαδικτύου, τα σεξουαλικά υπονοούμενα κ.λπ.).
Το σχολείο είναι ο κύριος τόπος εμπειριών βίας αυξητικά, με ποσοστό 58%, αλλά το υψηλό ποσοστό ΔΞ/ΔΑ υποκρύπτει άγνοια, φόβο ή και άλλους λόγους. Το ΔΞ/ΔΑ εκτοξεύεται από το 12% το 2008 στο 19% το 2011. Ενα στα πέντε παιδιά έχει ζητήσει να αλλάξει σχολείο κυρίως για διαμάχες με συμμαθητές και εκπαιδευτικούς (55%).
Η έρευνα
Οι λόγοι, που επικεντρώνονται κυρίως σε σχολικά ζητήματα, αναδεικνύουν για ακόμη μία φορά τη ρωγμή εμπιστοσύνης στο εκπαιδευτικό σύστημα αλλά καιστην ομαλή σχολική ζωή. Το άγχος των παιδιών κυμαίνεται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Τα τέσσερα στα πέντε παιδιά βιώνουν καταστάσεις άγχους. Αγχος για τα μαθήματα, τις επιδόσεις τους, το σχολείο, τις εξετάσεις, το διάβασμα, το φόρτο εργασίας.
Τα παραπάνω αποτελούν μέρος της έρευνας με θέμα «Παιδική και Νεανική Βία μέσα από τα Μάτια των Γονέων ΙΙ», η οποία παρουσιάζεται αύριο, στις 19.00, στο Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου. Διενεργήθηκε με τη μέθοδο των τηλεφωνικών συνεντεύξεων κατά το χρονικό διάστημα 18/5 έως 6/6/2011, στην Αττική, με αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.006 γονέων με παιδιά ηλικίας 10-17 ετών μέσα από 12.319 επικοινωνίες τυχαίας δειγματοληψίας, και στην περιφέρεια με δείγμα 400 ατόμων.
Τα αποτελέσματα της έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Φεβρωνίας Πατριανάκου, πρώην βουλευτού Επικρατείας, από την εταιρεία Pulse RC, με την επιστημονική συνεργασία του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), θα παρουσιάσει ο Γιώργος Αράπογλου, γενικός διευθυντής της Pulse RC, και τα ευρήματα θα σχολιάσουν οι: Γιάννης Πανούσης, καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Μόσχος, βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού, νομικός-εγκληματολόγος, Ιωάννα Τσίγκανου, διευθύντρια ερευνών του ΕΚΚΕ - αναπληρώτρια διευθύντρια Ινστιτούτου Πολιτικής Κοινωνιολογίας.
Ψυχική υγεία
Σύμφωνα με την Ιωάννα Τσίγκανου, η έρευνα κατέδειξε «φτωχοποίηση των νοικοκυριών, αυξημένη ερημοποίηση γονεϊκών σχέσεων, έκθεση των παιδιών σε αθέατες όψεις βίας, εμμονή των γονέων με τον προσοντισμό και την εκπαίδευση των παιδιών, έξαρση του σχολικού ανταγωνισμού με σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχολογική υγεία των παιδιών, έξαρση των διακρίσεων. Παρ' όλα αυτά, οι Ελληνες γονείς, παρά τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα εξακολουθούν να δηλώνουν ότι έχουν πολύ ικανοποιητικές σχέσεις με το παιδί τους και εμφανίζονται ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις του παιδιού, καθώς κατά τα δύο τρίτα τις χαρακτηρίζουν άριστες και πολύ καλές».
Η Φεβρωνία Πατριανάκου προσθέτει: «Η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος άσκησης αποτελεσματικών πολιτικών για τις νεότερες γενιές είναι αναγκαία πράξη ευθύνης της πολιτείας. Πολιτικές πρόληψης και όχι καταστολής, πολιτικές πολύπλευρης γνώσης και ανάπτυξης του συνόλου των δυνατοτήτων τους, πολιτικές που θα ανοίγουν δρόμους και θα γεννούν ελπίδα. Είναι ευθύνη όλων μας να συμβάλουμε στη διαμόρφωση ενός άλλου περιβάλλοντος για τις νεότερες γενιές».


5.7.10

Η πυρκαγιά μας συγκλόνισε! Τα παιδιά δεν μπορούν να ησυχάσουν...

Επίδραση τραυματικών γεγονότων στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών

Συγκλονιστικές εμπειρίες, όπως φυσικές καταστροφές, κακοποίηση, αυτοκινητιστικό δυστύχημα, εμπειρίες που βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή παιδιών ή άλλων ανθρώπων γύρω τους, μπορούν να αποβούν τραυματικές για την ψυχοσυναισθηματική ζωή των παιδιών και να επηρεάσουν την ψυχική τους υγεία. Αυτό συμβαίνει γιατί ο κάθε άνθρωπος από πολύ νωρίς μαθαίνει να χειρίζεται καθημερινά και συνηθισμένα άγχη της ζωής, και δεν είναι προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει ένα έντονο, διαφορετικό από τα συνηθισμένα, γεγονός που ανατρέπει την ισορροπία της ζωής του. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για ένα παιδί που ξαφνικά νιώθει ότι χάνει το αίσθημα της ασφάλειας και τον έλεγχο που είχε εώς τότε στη ζωή του.

Η αναστάτωση του συναισθηματικού κόσμου ενός παιδιού μετά από ένα τραυματικό γεγονός είναι φυσιολογική αντίδραση, αλλά όταν αυτή η αντίδραση είναι παρατεταμένη (διαρκεί περισσότερο από ένα μήνα), εντείνεται, και δυσκολεύει την λειτουργικότητά του, τότε μιλάμε για παθολογική κατάσταση, η οποία ορίζεται ως «σύνδρομο μετατραυματικού στρες». Η εκδήλωση μετατραυματικού στρες εξαρτάται από τη σοβαρότητα του γεγονότος, τον τρόπο αντίδρασης των γονιών απέναντι σε αυτό, την προσωπικότητα του παιδιού, την εγκύτητα του παιδιού στο γεγονός, και την επαναληπτικότητα τραυματικών γεγονότων στη ζωή του. Οι αντιδράσεις του παιδιού ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία του:

Παιδιά προσχολικής ηλικίας (0-6 ετών) μπορεί να παλινδρομήσουν σε προηγούμενα ηλικιακά στάδια (να θελήσουν ξανά πιπίλα, να χρειαστούν ξανά πάνα, να αρχίσουν να «μπεμπεκίζουν»), να παρουσιάσουν διάφορες φοβίες, να προσκολληθούν σε κάποιον από τους γονείς και να αποφεύγουν διάφορες καταστάσεις που δεν σχετίζονται πάντα με το τραυματικό γεγονός. Μπορεί επίσης να παρουσιάσουν διαταραχές στον ύπνο ή στο φαγητό καθώς επίσης να παραπονεθούν για σωματικούς πόνους.

Παιδιά σχολικής ηλικίας (7-12 χρόνων) μπορεί να εμφανίσουν κάποια από τα παραπάνω συμπτώματα. Επιπλέον μπορεί να παρουσιάσουν ερειστικότητα, τάσεις απομόνωσης (να μην επιθυμούν να βρίσκονται με τους φίλους τους, να μην θέλουν να βγουν από το σπίτι), και πτώση της σχολικής τους επίδοσης. Συχνά φτάνουν στο σημείο να μην θέλουν να πάνε ούτε στο σχολείο προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Αυτό συνήθως δείχνει ότι έχουν μεγάλο άγχος για την ασφάλεια όλης της οικογένειας και μένουν στο σπίτι, καθώς φαντάζονται ότι έτσι ελέγχουν την κατάσταση και τους προστατεύουν όλους. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι γονείς συνήθως βρίσκονται σε έντονη κατάσταση άγχους και ανασφάλειας και επηρεάζουν και τα παιδιά τους.

Οι έφηβοι (12-18 χρόνων) από την άλλη αντιδρούν με τρόπους που μοιάζουν με τις αντιδράσεις των ενηλίκων. Μπορεί να επαναβιώνουν το γεγονός μέσα από επαναλαμβανόμενες σκέψεις, όνειρα, εικόνες, να αποφεύγουν οτιδήποτε σχετίζεται με αυτό, να έχουν ξεσπάσματα οργής, επιθετικότητα, και να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις και δραστηριότητες.

Συνήθως τα συμπτώματα υποχωρούν σε λίγες εβδομάδες. Όμως είναι σημαντικό οι γονείς, παρόλο που βρίσκονται και οι ίδιοι σε δύσκολη θέση, με τη στάση τους να διευκολύνουν την υποχώρηση αυτών των συμπτωμάτων και ακόμη περισσότερο να προλαμβάνουν αυτή την εξέλιξη. Για αυτό πρέπει αμέσως μετά το τραυματικό γεγονός, και πριν εμφανιστούν οποιαδήποτε συμπτώματα στα παιδιά, να προσπαθήσουν να εφαρμόσουν τα παρακάτω:

· Να δείξετε με το παράδειγμά σας ότι δεν κρύβετε τα συναισθήματά σας και τις σκέψεις σας. Να επιτρέπετε στα παιδιά σας να συμμετέχουν σε συζητήσεις των μεγάλων γύρω από τα τραυματικά γεγονότα. Χρειάζεται βέβαια προσοχή ώστε να αποφεύγονται οι πολύ ακραίες εκδηλώσεις λύπης ή θυμού μπροστά στα παιδιά.
· Μάθετε τι είναι αυτό που τα τρομάζει. Ενθαρρύνετε τα παιδιά να σας μιλήσουν για φόβους που μπορεί να έχουν και συζητείστε μαζί τους
· Δώστε προσοχή στις ζωγραφιές και στα παιχνίδια τους. Μπορεί να σας δώσουν χρήσιμες πληροφορίες γύρω από τις ανησυχίες τους και τους φόβους τους. Ρωτήστε τα παιδιά να σας εξηγήσουν τι συμβαίνει στο παιχνίδι τους ή στη ζωγραφιά τους. Είναι μια ευκαιρία για να ξεκαθαρίσετε τυχόν παρανοήσεις, να απαντήσετε σε τυχόν ερωτήματα ή απλώς να καθησυχάσετε τα παιδιά
· Ενθαρρύνετε τα παιδιά σας να σας κάνουν ερωτήσεις. Μέσα σε ένα κλίμα ασφάλειας που εσείς θα διαμορφώσετε, ακούστε ό,τι έχουν να σας πουν. Δεν πειράζει αν δεν έχετε όλες τις απαντήσεις για ό,τι σας ρωτούν. Σημαντικό είναι να νιώσουν ότι ακούγονται
· Μιλήστε τους στο δικό τους επίπεδο. Μιλήστε μαζί τους απλά ώστε να σας καταλαβαίνουν και μην αναλωθείτε σε πολύπλοκες λεπτομέρειες
· Εστιάστε στα θετικά. Δώστε έμφαση στις ηρωικές πράξεις συνανθρώπων μας προκειμένου να βοηθήσουν πληγέντες και στην προθυμία που δείχνουν και άλλες χώρες, για να βοηθήσουν
· Σχεδιάστε ένα οικογενειακό πλάνο. Οργανώστε ένα πλάνο για το μέλλον, για παράδειγμα ένα σημείο στο οποίο θα συγκεντρωθεί όλη η οικογένεια σε περίπτωση που κάτι ξαφνικό συμβεί (π.χ. σεισμός). Αυτό θα βοηθήσει εσάς και τα παιδιά σας να νιώθετε μεγαλύτερη ασφάλεια καθώς είναι ανακουφιστικό να γνωρίζουν ότι υπάρχει κάτι που μπορούν να κάνουν σε αντίστοιχη περίπτωση
· Προτείνετε τη συμμετοχή σε δράσεις αποκατάστασης. Κουβεντιάστε με τα παιδιά την πιθανότητα να συμμετέχετε όλη η οικογένεια σε ενέργειες που θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση των ζημιών (πχ δεντροφύτευση σε καμμένο δάσος)

Επίσης σημαντικό είναι:
Να μην αλλάξει, όσο το δυνατόν γίνεται, η καθημερινότητα των παιδιών. Η ρουτίνα στη ζωή τους βοηθάει να νιώθουν ασφάλεια
Αποφύγετε τη συγκεκριμένη περίοδο αποχωρισμούς που δεν είναι απαραίτητοι
Περιορίστε την έκθεση των παιδιών σε σκηνές των ΜΜΕ που θυμίζουν το τραυματικό γεγονός
Να είσαστε σταθεροί στους κανόνες που ισχύουν στην οικογένεια (π.χ. ένα παιδί που έχει ξεσπάσματα οργής πρέπει με καλό τρόπο να οριοθετηθεί από τους γονείς του, οι οποίοι δεν πρέπει να είναι ανεκτικοί σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις του)

Αν βλέπετε ότι το παιδί σας παραμένει αναστατωμένο μετά από μερικές εβδομάδες ή όσο περνάει ο καιρός τα σημάδια που αναφέραμε παραπάνω γίνονται χειρότερα, τότε θα πρέπει να συμβουλευτείτε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Βασιλοπούλου Βασιλική,
ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια